του Σπύρου Κοσμίδη*
Συχνά αξιολογούμε τα πολιτεύματα με όρους ανταποδοτικότητας: μας προσφέρει η δημοκρατία ισχυρότερη οικονομία; Περιορίζει την εκτεταμένη διαφθορά; Μας παρέχει, τέλος, την απαιτούμενη ασφάλεια; Είναι λογικό η ανταποδοτικότητα ενός πολιτεύματος να έχει ευθεία συνάρτηση με τα επίπεδα της αποδοχής του. Αρκετοί, ωστόσο, που υιοθετούν αρνητικές στάσεις απέναντι στη δημοκρατία βασίζονται σε συγκρίσεις φαντασιακού χαρακτήρα (τι θα συνέβαινε εάν δεν είχαμε δημοκρατία;) ή επιλέγουν ως σημείο αναφοράς την υπεραπλουστευμένη της εκδοχή: ως το πολίτευμα στο οποίο αποφασίζουν οι πλειοψηφίες.
Η περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρόκειται για μια χώρα που επέλεξε την «απεμπλοκή» της από την Ευρωπαϊκή Ένωση με στόχο την ανάκτηση του ελέγχου της οικονομίας και των δημοκρατικών θεσμών, αλλά και για μια χώρα στην οποία παρατηρείται η αποδυνάμωση των δύο ιστορικών πολιτικών κομμάτων εξουσίας και η παράλληλη άνοδος του ακροδεξιού ευρωσκεπτικιστή Νάιτζελ Φάρατζ, ο οποίος εδώ και καιρό προβάλλεται ως ο πιθανός μελλοντικός πρωθυπουργός. Πόσοι, λοιπόν, υποστηρίζουν σήμερα τα δημοκρατικά ιδεώδη στο Ηνωμένο Βασίλειο;
Σχεδόν τα τρία τέταρτα των ερωτηθέντων (74,6%) δηλώνουν ότι δεν υπάρχει καλύτερο σύστημα από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αντίστοιχα, όμως, μόνο μια οριακή πλειοψηφία (54,6%) απορρίπτει -εμφατικά- την ιδέα ότι μια δικτατορία θα μπορούσε υπό συνθήκες να είναι προτιμότερη. Το εύρημα αυτό, ωστόσο, αποτυπώνει περισσότερο μια αφηρημένη προσήλωση στο δημοκρατικό ιδεώδες παρά εμπιστοσύνη στη λειτουργία των υπαρχόντων θεσμών: σημαντικά ποσοστά δηλώνουν ότι δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στον πρωθυπουργό (66,4%), στην κυβέρνηση (66,3%), στο Κοινοβούλιο (63,4%) και στα πολιτικά κόμματα (68,7%). Η έλλειψη εμπιστοσύνης στη δικαστική εξουσία είναι χαμηλότερη με περίπου τους μισούς βρετανούς να διατυπώνουν χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης.
Όταν ερωτήθηκαν για το τι απειλεί τη δημοκρατία, οι συμμετέχοντες ανέφεραν κυρίως την έλλειψη λογοδοσίας (29,9%), την απουσία ικανών ηγετών (26,4%) και τα πολιτικά κόμματα που αποτυγχάνουν να ενεργήσουν προς το δημόσιο συμφέρον (26,2%). Επιπλέον, περισσότεροι από τους μισούς ερωτηθέντες (53,9%) αισθάνονται ότι άτομα σαν τους ίδιους έχουν μικρή ή καμία επιρροή στις πολιτικές αποφάσεις, υπονομεύοντας την αίσθηση πολιτικής αποτελεσματικότητας από την οποία εξαρτάται η δημοκρατική νομιμοποίηση.
Οι ανησυχίες σχετικά με την εξουσία και τον έλεγχο της εκτείνονται πέρα από τους επίσημους θεσμούς. Περίπου οι μισοί ερωτηθέντες θεωρούν τις ελίτ (50,0%), τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (50,1%) και την τεχνητή νοημοσύνη (51,6%) ως απειλές για τη δημοκρατία, αντανακλώντας φόβους χειραγώγησης και παραπληροφόρησης. Οι ανησυχίες αυτές συνδέονται με σύγχρονες συζητήσεις γύρω από την ελευθερία του λόγου και τη ρύθμιση της δημόσιας σφαίρας, ιδίως όσον αφορά τις διαδικτυακές πλατφόρμες, όπου συγκρούονται ολοένα και περισσότερο ανταγωνιστικές αντιλήψεις περί προστασίας, λογοκρισίας και δημοκρατικής αντιπροσώπευσης. Παρ’ όλα αυτά, πάνω από έξι στους δέκα ερωτηθέντες δηλώνουν ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει ελευθερία λόγου.
Παρά τα χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης, η πολιτική αποστασιοποίηση δεν είναι πλήρης. Τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων (67,6%) συζητούν πολιτικά ζητήματα με φίλους τουλάχιστον περιστασιακά, ενώ η πλειοψηφία (54,1%) δηλώνει πρόθυμη να αλλάξει ψήφο ανάλογα με τις συνθήκες αντί να παραμένει πιστή σε ένα κόμμα. Η ρευστότητα αυτή είναι δίκοπο μαχαίρι, μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη διάθεσης αξιολόγησης και λογοδοσίας των κυβερνώντων, όμως μπορεί να οδηγήσει και σε περιπέτειες που ίσως οδηγήσουν σε ιστορικές ανατροπές του βρετανικού πολιτικού συστήματος.
Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι πάνω από τους μισούς ερωτηθέντες (52,5%) πιστεύουν πως τα παιδιά της σημερινής γενιάς θα βρεθούν σε χειρότερη θέση από τη δική τους. Αν λάβει κανείς υπόψιν τις τάσεις σε ό,τι αφορά τη διαγενεακή ανισότητα, τότε το ποσοστό αυτό είναι μάλλον χαμηλό. Την ίδια στιγμή, η μετανάστευση (48,3%) και η πίεση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (38,3%) κυριαρχούν στις αντιλήψεις για τις μελλοντικές προκλήσεις.
Επιστρέφοντας στην αρχική συζήτηση για την ανταποδοτικότητα του πολιτικού συστήματος και τις κυρίαρχες τάσεις, είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε τι υποστηρίζει η κοινή γνώμη και πως λειτουργούν οι πολιτικοί θεσμοί στην πράξη. Ενώ η κοινή γνώμη μπορεί να επηρεάζεται περιστασιακά από το επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης ή από άλλους δείκτες που υποδηλώνουν διαχειριστική ικανότητα, η λειτουργία των θεσμών οφείλει να είναι ανεπηρέαστη. Και στη Μεγάλη Βρετανία οι θεσμοί λειτουργούν ικανοποιητικά. Η απόπειρα αναστολής του Κοινοβουλίου το 2019, για παράδειγμα, δεν φωτίζει μόνο τις εντάσεις που μπορούν να προκύψουν εντός ενός ώριμου δημοκρατικού συστήματος, αλλά και τη σημασία της θεσμικής ανθεκτικότητας. Η παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου λειτούργησε ως κρίσιμο αντίβαρο, επιβεβαιώνοντας ότι οι θεσμοί προστατεύουν το πολίτευμα από την αυθαιρεσία της εκτελεστικής εξουσίας. Αντίστοιχα, κατά την πανδημία, η δημόσια εμπιστοσύνη υπέστη σοβαρό πλήγμα από αποκαλύψεις για παραβιάσεις των περιοριστικών μέτρων στη Ντάουνινγκ Στριτ και από διαπιστώσεις ότι ο Μπόρις Τζόνσον παραπλάνησε το Κοινοβούλιο. Και σε αυτή την περίπτωση, ενεργοποιήθηκαν μηχανισμοί λογοδοσίας και οι θεσμοί λειτούργησαν.
Τα ευρήματα της έρευνας, ωστόσο, εγείρουν ένα πιο σύνθετο ερώτημα: ποιο επίπεδο δημοκρατικής υποστήριξης μπορεί να θεωρηθεί επαρκές για τη σταθερότητα ενός πολιτεύματος; Η ύπαρξη μιας σχετικά περιορισμένης μειοψηφίας που εμφανίζεται δεκτική σε αυταρχικές εναλλακτικές — ακόμη και εάν αυτή παραμένει αριθμητικά μικρή — δεν πρέπει να παραβλέπεται. Θα έχουν οι πολίτες τα απαραίτητα αντανακλαστικά για να αποσοβήσουν μελλοντικές προσπάθειες αυθαιρεσίας της εκτελεστικής εξουσίας; Πόσοι θα αντιδράσουν και πως θα εκφραστούν; Η σημερινή εικόνα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού θα πρέπει να μας ανησυχεί.
*Ο κ. Σπύρος Κοσμίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.


