του Στρατή Χωμενίδη*


Η εγκαθίδρυση του γαλλικού δημοκρατικού πολιτεύματος είναι δομικά άρρηκτα συνδεδεμένη με το
θεσμικό όραμα του στρατηγού Ντε Γκωλ. Το 1958, η εμβληματική αυτή προσωπικότητα ηγείται μιας
θεσμικής και συνταγματικής μεταρρύθμισης (επικυρώθηκε μέσω δημοψηφίσματος) η οποία
μετατρέπει τους συσχετισμούς δυνάμεων της εκτελεστικής εξουσίας. Ο απευθείας εκλεγμένος
πρόεδρος της δημοκρατίας, βρίσκεται πλέον στο κέντρο της πολιτικής σκηνής, με το κοινοβούλιο να
παίζει δευτερεύοντα ρόλο στην άσκηση της εθνικής πολιτικής. Η μεταρρύθμιση αυτή καθιστά την
πολιτική ζωή των Γάλλων εντυπωσιακά προσωποκεντρική, συγκριτικά με τις γειτονικές χώρες. Βάσει
αυτού, η ανάγνωση της στατιστικής μελέτης που προσφέρεται προς ερμηνεία μπορεί να είναι η εξής :
σε μια πρώτη ένδειξη, είναι αξιοσημείωτο το ότι η οικονομική σταδιοδρομία της χώρας αξιολογείται
ως σχετικά ικανοποιητική, καθώς μόλις περίπου 10% των πολιτών δηλώνει σαφώς δυσαρεστημένο
από το βιοτικό του επίπεδο. Παραταύτα, λίγο παραπάνω από 65% των πολιτών θεωρεί πως η
δημοκρατική λειτουργία της Γαλλίας είναι αιτία προβληματισμού. Εντοπίζεται λοιπόν μια αντίφαση
μεταξύ του αντιληπτού βιοτικού επιπέδου, από την μια, και της αξιολόγησης της πολιτικής τάξης και
θεσμικής πλαισίωσης που προσφέρεται στην κοινωνία, από την άλλη. Κάτι που επιβεβαιώνεται από
το ότι μόνο 40% των Γάλλων δείχνει σχετική εμπιστοσύνη στους θεσμούς (ΠτΔ, κοινοβούλιο,
κυβέρνηση, κόμματα, ΕΕ, Δικαιοσύνη…).
Η δυσφορία που εκφράζουν οι πολίτες για το πολιτικό τους σύστημα και τους παράγοντες του είναι
λοιπόν δυσανάλογη με την οικονομική πραγματικότητα της χώρας. Σε μια πρώτη ανάγνωση, θα
μπορούσαμε να υποθέσουμε πως η δυσφορία αυτή προκύπτει από ένα αίσθημα απομάκρυνσης από
τα κέντρα ελέγχου και την πολιτική συμμετοχή. Εξάλλου, η προεδρική εξαίρεση της γαλλικής
δημοκρατίας τοποθετεί την πολιτική εξουσία, ως επί το πλείστων, στα χέρια ενός ηγέτη, που ορίζει
την πολιτική κατεύθυνση της κοινωνίας. Ωστόσο, περίπου 25% των πολιτών εκφράζει ανοχή σε μια
δυνητική αυταρχική στροφή του πολιτεύματος – υπό την προϋπόθεση να είναι αποτελεσματική η
διακυβέρνηση της χώρας. Ο βαθμός πολιτικοποίησης των Γάλλων κρίνεται μάλλον ικανοποιητικός,
καθώς περίπου 65% των πολιτικών φέρεται να συζητά με συνέπεια για πολιτική, στο πλαίσιο
κοινωνικών συναναστροφών. Εν τούτοις, η μεταβλητότητα της ατομικής ψήφου είναι άξια αναφοράς,
καθώς περίπου 40% των πολιτών ρυθμίζει την εκλογική του προτίμηση βάσει συγκυριών – ενώ ένα
έτερο 40% παραμένει σταθερό στην εκλογική του συμπεριφορά. Κατ’ επέκταση, φαίνεται πως η
ιδεολογική ψήφος αντισταθμίζεται από μια συγκυριακή εκλογική συμπεριφορά.

Τέλος, μόλις 55% των Γάλλων αντιλαμβάνεται την άνοδο της Ακροδεξιάς ως απειλή για την κοινωνία
αλλά και το ίδιο το πολίτευμα. Κάτι που συμπίπτει με το ότι το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα
θεωρείται μεγαλύτερη πρόκληση για το μέλλον σε σχέση με την κλιματική αλλαγή. Μια πρώτη
ερμηνευτική οδός μαρξιστικής έμπνευσης, που θα συνέδεε την ανοχή στην άνοδο της Ακροδεξιάς,
καθώς και την έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και το πολίτευμα, με ένα αίσθημα οικονομικής
επισφάλειας, φαίνεται να μην είναι βάσιμη στην προκειμένη περίπτωση της Γαλλίας. Και αυτό,
κυρίως λόγω του βαθμού ικανοποίησης που εκφράζεται ως προς την υλική καθημερινότητα (σχετικά).
Η θεσμική αστάθεια των περασμένων δύο ετών, που κορυφώθηκε στις βουλευτικές εκλογές του
Ιουλίου του 2024 (υπενθυμίζεται πως κανένα κόμμα δεν συγκέντρωσε επαρκές εκλογικό ποσοστό
για να ηγηθεί στο κοινοβούλιο), φαίνεται να κλόνισε ουσιαστικά την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Ταυτόχρονα, παρατηρείται επίσης μια εισχώρηση της Ακροδεξιάς, τόσο σε ιδεολογικό, όσο και σε
θεσμικό επίπεδο. Οι παραδοσιακές παρατάξεις των σοσιαλιστών και της συντηρητικής δεξιάς δεν
μπόρεσαν να αποφύγουν μια σύγκληση της εφαρμοσμένης τους πολιτικής, αποτέλεσμα των νομικών
πιέσεων της ΕΕ (καλώς νοούμενων και μη) και της επιβολής της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Παρά
τον εμφανή βαθμό πολιτικής αντίληψης των Γάλλων, παρατηρείται ένα φαινόμενο νοηματικού κενού
και δυσπιστίας. Η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα φαίνεται να μην είναι σε θέση να
δικαιολογήσει την νομική και θεσμική πλαισίωση της καθημερινής ζωής. Είναι αξιοσημείωτο το ότι οι
πολίτες θεωρούν πως τα δύο κύρια προβλήματα της δημοκρατικής λειτουργίας της χώρας, την
παρούσα στιγμή, είναι η έλλειψη ηγετικών φυσιογνωμιών καθώς και η έλλειψη εμπλοκής των
κομμάτων στην καθημερινότητα των πολιτών (προς όφελος του κοινού καλού).
Ως εκ τούτου, το αίσθημα πολιτικής δυσφορίας που διαφαίνεται στα αποτελέσματα της παρούσας
μελέτης, είναι πιθανώς αποτέλεσμα αποδόμησης της συμβολικής και της πνευματικής έκφανσης της
πολιτικής ζωής. Τα κόμματα και οι προσωπικότητες που τα απάρτιζαν φαίνεται να αποτελούσαν πηγή
νοηματικού κατευνασμού των πολιτών, και πλέον εκλείπουν. Τα ιδεολογικά αφηγήματα που
εδραίωναν οι κομματικές δομές, και οι άνθρωποι που ηγούνταν αυτών, εμφανώς τρέφαν
αποτελεσματικά τόσο την πολιτική συνείδηση των ατόμων, όσο και την ελπίδα τους για την πλάση
μιας βέλτιστης κοινωνίας. Η απουσία των θεσμικών και συμβολικών αυτών αναφορών, αποτελεί
ενδεχομένως την πηγή της διαφαινόμενης φουρτούνας που διανύει η γαλλική δημοκρατία.

*Ο κ. Στρατής Χωμενίδης είναι διδάσκων Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Paris I Panthéon-Sorbonne και υποψήφιος διδάκτωρ Φιλοσοφίας.