του Δημήτρη Παπαδημητρίου*

Αν κάποιος χρειαζόταν απόδειξη για το ότι ζούμε σε καιρούς σύγχυσης, θυμού και ανασφάλειας, θα ήταν χρήσιμο να ρίξει μια ματιά σε αυτή την πολύ διαφωτιστική έρευνα γνώμης. Οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν στις πέντε χώρες του δείγματος θα γίνουν αντικείμενο στοχευμένου σχολιασμού στη συνέχεια. Εδώ περιορίζομαι σε ορισμένες παρατηρήσεις που τέμνουν «οριζόντια» το δείγμα, καθώς και σε κάποια γενικά σχόλια για τις επισφάλειες εξαγωγής κοινών συμπερασμάτων με βάση τη γεωγραφική και χρονική συγκυρία της έρευνας.

Ξεκινώ με τα χειρότερα δυνατά νέα. Τα πολιτικά κόμματα νοσούν. Και στις πέντε χώρες του δείγματος, αποτελούν πλέον μειοψηφία οι πολίτες που θεωρούν τα κόμματα «πυλώνα» της δημοκρατίας, ενώ ο δείκτης εμπιστοσύνης σε αυτά βρίσκεται, κατά μέσο όρο, κάτω από το 25% (διαφ. 13 και 18). Τα κόμματα εμφανίζονται ως ο πλέον απαξιωμένος θεσμός του πολιτικού μας συστήματος (διαφ 18 και 27). Η έρευνα παρουσιάζει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για τους λόγους αυτής της απαξίωσης. Το σίγουρο είναι πως αυτοί δεν είναι μόνο οικονομικοί (διαφ. 25). Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η μη έλλειψη λογοδοσίας των κομμάτων και η καχυποψία ότι αυτά δεν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον εμφανίζονται ψηλά στη λίστα των δυσλειτουργιών που βλέπουν οι πολίτες στη σύγχρονη δημοκρατία (διαφ. 27). Στο πλαίσιο αυτό υποχωρεί συνολικά και η σημασία του Κοινοβουλίου, το οποίο βρίσκεται πλέον στην όγδοη θέση με βάση τις θετικές γνώμες των πολιτών προς στους θεσμούς (διαφ. 18).

Μέσα σε αυτό το σκηνικό απαξίωσης, η ανοχή προς την άκρα δεξιά διευρύνεται. Σχεδόν ένας στους τρεις ερωτηθέντες δεν θεωρεί την ακροδεξιά απειλή για την δημοκρατία. Το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 40% στην περίπτωση  της Γαλλίας, ενώ η Ελλάδα παρουσιάζει το χαμηλότερο ποσοστό του δείγματος με 26.5% (διαφ. 28). Προκαλεί επίσης έκπληξη το πολύ μεγάλο ποσοστό εκείνων που αμφισβητούν την ύπαρξη ελευθερίας έκφρασης στη χώρα τους. Ακόμα και σε ώριμες δημοκρατίες, όπως η Βρετανία και η Γαλλία, σχεδόν το 30% των ερωτηθέντων θεωρεί δεν ότι δεν μπορεί να εκφραστεί ελεύθερα. Το ποσοστό σε Ελλάδα και Ρουμανία ξεπερνά το 40% (διαφ. 29).

Στα στοιχεία αυτά θα πρέπει κανείς να προσθέσει και τα πολύ χαμηλά ποσοστά αξιοπιστίας των ΜΜΕ στην κοινή γνώμη (διαφ. 15). Αυτό το αίσθημα «αφωνίας» δεν είναι άσχετο με την άνοδο της δημοσκοπικής και εκλογικής επιρροής της ακροδεξιάς. Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1930, οι ακροδεξιοί ηγέτες δεν πλασάρονται πλέον ως αντίδοτο στο «χάος» του πλουραλισμού και της δημοκρατίας. Αντίθετα, στις ημέρες μας η ακροδεξιά αυτοπροβάλλεται ως η φωνή των «αγνοημένων», ως θεραπεία μίας «καταπίεσης» και μίας δημοκρατικής «έκπτωσης». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, J.D. Vance, στην περίφημη ομιλία του στο Μόναχο, το Φεβρουάριο του 2025, διάλεξε να κατηγορήσει την Ευρώπη για καταπάτηση της ελευθερίας έκφρασης, μπροστά στα έκπληκτα μάτια ευρωπαίων αξιωματούχων.       

Σε περιόδους αμφισβήτησης της δημοκρατικής «τάξης» και απαισιοδοξίας για το μέλλον (διαφ. 32), οι πολίτες στρέφονται προς τους ηγέτες-σωτήρες. Εκείνοι που δηλώνουν δυσαρεστημένοι με τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία στη χώρα τους είναι πλέον πλειοψηφία σε αναλογία 6 προς 4 (διαφ. 12), ενώ περίπου το 20% των ερωτηθέντων, ακόμα και σε ανεπτυγμένες χώρες όπως η Γαλλία, η Βρετανία ή Σουηδία, αμφιβάλουν αν η δημοκρατία είναι το καλύτερο πολίτευμα (διαφ. 9 και10).  Η περιρρέουσα απαξίωση και ανασφάλεια καλεί σε «δράση» και βάζει σε δεύτερη μοίρα θεσμούς παραγωγής συναίνεσης και διαβούλευσης, όπως το Κοινοβούλιο. Στο πλαίσιο αυτό ένας στους τέσσερεις ερωτευθέντες δηλώνει έτοιμος να δεχθεί ένα δημοκρατικό ευνουχισμό στο βωμό της λύσης προβλημάτων από έναν «ισχυρό» ηγέτη (διαφ. 11).

Θα πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί στο πως αποκωδικοποιούμε αυτή την «συναίνεση» των πολιτών σε ένα παντοδύναμο Εκτελεστικό. Η προσδοκία ενός «σωτήρα» κατοικεί κυρίως στο μυαλό, αλλά η πραγματικότητα τη διαψεύδει. Ο σφετερισμός της κυβέρνησης από «μεγάλα συμφέροντα» εμφανίζεται πολύ ψηλά στη λίστα των δυσλειτουργιών της σημερινής δημοκρατίας (διαφ. 27), ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία και η Βρετανία σχεδόν το 25% θεωρεί ότι δεν υπάρχουν άξιοι ηγέτες (διαφ. 26). Έχει επίσης  ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι σχεδόν οι μισοί από όσους ρωτήθηκαν δεν αισθάνονται κοντά στο κόμμα (άρα και στην ηγεσία) που ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές (διαφ. 7).  

Κοιτώντας την έρευνα συνολικά, σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι παραδοσιακές διαιρετικές τομές μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών υποχωρούν. Το τοπίο γίνεται πιο σύνθετο. Κατηγοριοποιήσεις μεταξύ «δυτικής», «ανατολικής» και «νότιας» Ευρώπης δεν απαντούν πλέον πειστικά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, είτε στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε και εκτός αυτής. Χώρες, όπως η Ρουμανία, που είχαν ραγδαία οικονομική ανάπτυξη τα  τελευταία χρόνια, δεν φαίνονται να εδραιώνουν μεγαλύτερο βαθμό εμπιστοσύνης στην φιλελεύθερη δημοκρατία. Από την άλλη μεριά, πλούσιες χώρες, όπως η Σουηδία,  βλέπουν τους δημοκρατικούς τους θεσμούς να πιέζονται και την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτούς να μειώνεται.  Είναι σαφές ότι η Γαλλία και σε λιγότερο βαθμό, η Βρετανία,  βρίσκονται σε βαθιά κρίση. Η Ελλάδα φαίνεται να ισορροπεί άβολα ανάμεσα σε μία γενικευμένη κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς και μία, κάπως νεφελώδη, πίστη στα ιδανικά της δημοκρατίας (διαφ. 9).

Υπενθυμίζω το προφανές: η έρευνα είναι στατική και άρα επιρρεπής στην πολιτική συγκυρία. Την περίοδο που συλλέχθηκαν τα στοιχεία της, η Γαλλία βίωνε την μεγαλύτερη πολιτική κρίση της Πέμπτης Δημοκρατίας, ενώ η Ρουμανία βρισκόταν στον απόηχο προεδρικών εκλογών που προκάλεσαν μεγάλη πόλωση. Στη Βρετανία η δημοφιλία της κυβέρνησης των Εργατικών βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά, αν και οι επόμενες εκλογές απέχουν τουλάχιστον δύο χρόνια ακόμα. Στη Σουηδία και την Ελλάδα το πολιτικό σκηνικό εμφανίζεται πιο παγιωμένο. Τουλάχιστον για την ώρα.

Τελειώνω με κάτι θετικό. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στο δείγμα της έρευνας, εμφανίζεται μεγαλύτερη από αυτή στους εθνικούς θεσμούς (διαφ. 18). Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνεται και από μελέτες του Ευρωβαρόμετρου για όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης, που δείχνουν αύξηση, κατά μέσο όρο, του βαθμού υποστήριξης της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, κυρίως στις νεαρότερες ηλικίες. Στοιχηματίζω ότι η τάση αυτή θα επιταχυνθεί όσο οι ΗΠΑ και η Ρωσία συνεχίζουν να απειλούν τα συμφέροντα και την συλλογική υπόσταση της Ένωσης. Όμως η «ζήτηση» για περισσότερη Ευρώπη δεν συναντά ακόμα αντίστοιχη «προσφορά» εκ μέρους των εθνικών και ευρωπαϊκών ηγεσιών. Το πως θα αντιμετωπιστεί αυτή η ανισορροπία, με όρους εκλογικού ανταγωνισμού αλλά και εφαρμοσμένων πολιτικών, θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το μέλλον όλων μας.

*Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου είναι Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ.